Δευτερογενή Νεοπλάσματα Εγκεφάλου

Τα μεταστατικά νεοπλάσματα του εγκεφάλου οφείλονται στην αιματογενή διασπορά της κακοήθους νεοπλασίας άλλου συστήματος ή οργάνου ή σε επέκταση του νεοπλάσματος οργάνου που δεν ανήκει στο νευρικό σύστημα, αλλά είναι πλησίον σε αυτό (π.χ. νεόπλασμα ρινικών κοιλοτήτων, ακουστικού πόρου, υπόφυσης) και το οποίο δρα στο νευρικό ιστό διηθώντας τον ή συμπιέζοντας τον. Το συχνότερο μεταστατικό νεόπλασμα του εγκεφάλου στο σκύλο είναι το αιμαγγειοσάρκωμα και στη γάτα το λέμφωμα.  Ακολουθούν τα νεοπλάσματα της υπόφυσης τόσο στο σκύλο όσο και στη γάτα.

Η μέση ηλικία των σκύλων με δευτερογενές νεόπλασμα είναι 9,6 έτη.

Στον πίνακα αναφέρεται η συχνότητα εμφάνισης των δευτερογενών όγκων του εγκεφάλου σε 349 σκύλους και 228 γάτες

ΌγκοςΣκύλοιΓάτες
 N*%N*%
Αιμαγγειοσάρκωμα5114,620,9
Όγκος υπόφυσης4412,6229,6
Λέμφωμα2163113,6
Μεταστατικό καρκίνωμα205,710,4
Ιστιοκυτταρικό σάρκωμα82310,4
Κακόηθες μελάνωμα61,7  
Αδενοκαρκίνωμα     Πνευμονικό     Αταξινόμητο    3 1  1,3 0,4
Ρινικός όγκος113,231,3
Καρκίνος ελύτρου περιφερικού νεύρου61,7  
Οστεοσάρκωμα30,9  
*Ο πίνακας αυτός δημιουργήθηκε με βάση δεδομένα από δύο μεγάλες αναδρομικές μελέτες σε σκύλους (Snyder et al.), οι οποίες αναφέρουν ότι εξετάστηκαν 172 σκύλοι με πρωτογενείς όγκους εγκεφάλου και 177 σκύλοι με δευτερογενείς όγκους εγκεφάλου. Τα δεδομένα για τις γάτες προήλθαν από μελέτη των Troxel et al., η οποία περιλάμβανε 228 γάτες με συνολικά 244 εγκεφαλικούς όγκους (το 10% των γατών της μελέτης είχε περισσότερους από έναν όγκους).

Παλιότερα θεωρούνταν ότι οι δευτερογενείς όγκοι του εγκεφάλου ήταν σπάνιοι στους σκύλους και τις γάτες. Ωστόσο, δύο πρόσφατες μεγάλες αναδρομικές μελέτες ενδοκράνιας νεοπλασίας από τους Snyder et al. έδειξαν ότι οι δευτερογενείς όγκοι του εγκεφάλου αντιπροσώπευαν ποσοστό > 50% όλων των εγκεφαλικών όγκων που διαγνώστηκαν σε νεκροτομές ζώων.

Σύμφωνα με πολλά συγγράμματα, οι συχνότεροι δευτερογενείς όγκοι εγκεφάλου προέρχονται από το καρκίνωμα του μαστού, του πνεύμονα ή του προστάτη, το αιμαγγειοσάρκωμα (HSA), το κακόηθες μελάνωμα και το λέμφωμα (LSA). Ωστόσο, οι Snyder et al. διαπίστωσαν ότι οι συχνότεροι όγκοι του εγκεφάλου προέρχονταν από  το αιμαγγειοσάρκωμα (29%) και τους όγκους της υπόφυσης (25%), ακολουθούμενοι από το λέμφωμα (12%), το μεταστατικό καρκίνωμα (11%· χωρίς περαιτέρω χαρακτηρισμό στη μελέτη), τους ρινικούς όγκους (6%), το ιστιοκυτταρικό σάρκωμα (4,5%) και το κακόηθες μελάνωμα (3,4%).

• Αιμαγγειοσάρκωμα

Οι όγκοι αυτοί προέρχονται από τα ενδοθηλιακά κύτταρα του εσωτερικού τοιχώματος των αγγείων. Συχνότερα όργανα προέλευσης είναι ο σπλήνας, ο δεξιός κόλπος της καρδιάς και το ήπαρ. Τα αιμαγγειοσαρκώματα είναι οι συχνότεροι δευτερογενείς όγκοι εγκεφάλου στο σκύλο.

• Όγκοι υπόφυσης

Περιλαμβάνουν τόσο το αδένωμα όσο και το καρκίνωμα της υπόφυσης. Η υπόφυση βρίσκεται κοιλιακά του διεγκεφάλου και της τρίτης κοιλίας, ακριβώς πίσω από το οπτικό χίασμα. Αν ο όγκος της υπόφυσης μεγαλώσει αρκετά, μπορεί να συμπιέσει το υπερκείμενο εγκεφαλικό παρέγχυμα προκαλώντας κλινικά συμπτώματα.

• Λέμφωμα

Το λέμφωμα είναι νεόπλασμα των λεμφοκυττάρων (β-κύτταρα, Τ-κύτταρα) που  μπορεί να προέρχονται από τους λεμφαδένες, τον σπλήνα, τον μυελό των οστών, το αίμα και άλλα όργανα, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου. Μπορεί να εμφανιστεί ως πρωτογενές λέμφωμα του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού ή να εμφανιστεί σε άλλο όργανο και να δώσει μεταστάσεις στον εγκέφαλο.

• Ρινικοί όγκοι

Οι όγκοι αυτοί προέρχονται από τη ρινική κοιλότητα και μπορεί να επεκταθούν μέσω της ηθμοειδούς πλάκας στους οσφρητικούς βολβούς και τους μετωπιαίους λοβούς. Μπορεί να πρόκειται για ρινικά καρκινώματα ή αδενοκαρκινώματα.

Στοιχεία του ζώου

Οι όγκοι του εγκεφάλου είναι συχνότεροι σε σκύλους μέσης έως προχωρημένης ηλικίας. Στη μελέτη των Snyder et al., η μέση ηλικία διάγνωσης ήταν 9,6 έτη. Οι συχνότερες φυλές ήταν τα ημίαιμα, η φυλή  Golden Retriever και η φυλή Labrador retriever.

Κλινικά συμπτώματα

Τα κλινικά συμπτώματα εξαρτώνται από την εντόπιση του όγκου και από τη δευτερογενή δράση του στον εγκέφαλο (π.χ. εγκεφαλικό οίδημα, αυξημένη ενδοκράνια πίεση/εγκολεασμός).

Συχνά, τα συμπτώματα έχουν βραδεία έναρξη και χρόνια ή προοδευτική πορεία. Παρόλα αυτά  η οξεία εμφάνιση είναι επίσης συχνή.

Στα συχνότερα κλινικά συμπτώματα από όγκους που εντοπίζονται μπροστά από το σκηνίδιο της παρεγκεφαλίδας  (υπερσκηνιδιακοί όγκοι = εγκέφαλος, διεγκέφαλος, μεσεγκέφαλος) περιλαμβάνονται:

  • επιληπτικές κρίσεις
  • αλλαγή στη συμπεριφορά
  • διαταραχή επιπέδου συνείδησης
  • κυκλική βάδιση
  • ανησυχία
  • τύφλωση κεντρικής αιτιολογίας
  • ακατάλληλη ούρηση ή αφόδευση

Οι υποσκηνιδιακοί όγκοι (= γέφυρα, προμήκης μυελός, παρεγκεφαλίδα) προκαλούν συνήθως:

  • συμπτώματα κεντρικού αιθουσαίου συνδρόμου
  • μεταβολή επιπέδου συνείδησης
  • ελλείμματα εγκεφαλικών νεύρων (V–XII)
  • παρεγκεφαλιδικά συμπτώματα
  • πάρεση ή αιθουσαία/παρεγκεφαλιδική αταξία

Συχνά είναι επίσης και τα μη ειδικά κλινικά συμπτώματα στα οποία περιλαμβάνονται ο λήθαργος, η ανορεξία, η μειωμένη όρεξη και η απώλεια βάρους. Σε ζώα με όγκους της υπόφυσης, οι ιδιοκτήτες μπορεί να αναφέρουν συμπτώματα ενδοκρινικής νόσου (πολυουρία, πολυδιψία, πολυφαγία, αλλοιώσεις τριχώματος κ.ά.).

Νευρολογική εξέταση

Τα ελλείμματα της νευρολογικής εξέτασης εξαρτώνται από την εντόπιση του όγκου. Τα περισσότερα ζώα στα οποία παρατηρείται κυκλική κίνηση (circling), κινούνται συνήθως, κυκλικά με φορά προς την πλευρά του όγκου, ανεξάρτητα από το σημείο  εντόπισης του όγκου στον εγκέφαλο.

Ζώα με όγκο στο ένα εγκεφαλικό ημισφαίριο ή στο διεγκέφαλο εμφανίζουν, συνήθως, νευρολογικά ελλείμματα (π.χ. κεντρική τύφλωση, έλλειμμα στις αντιδράσεις θέσεις,  σύνδρομο της  άγνοιας από την απέναντι πλευρά της βλάβης ή hemineglect syndrome ) από την απέναντι πλευρά του όγκου.

Για παράδειγμα, ένα ζώο που κινείται κυκλικά προς τα δεξιά και έχει ελλείμματα στις αντιδράσεις θέσης αριστερά έχει βλάβη στη δεξιά πλευρά του προσθίου εγκεφάλου.

Ζώα με όγκο στο οπίσθιο τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους ή στην παρεγκεφαλίδα εμφανίζουν συμπτώματα / ελλείμματα από την ίδια πλευρά με τον όγκο.

Για παράδειγμα, ένα ζώο με κλίση της κεφαλής αριστερά, κυκλική κίνηση με φορά προς τα αριστερά, με αιθουσαία αταξία και ελλείμματα στις αντιδράσεις θέσης αριστερά έχει κεντρικό αιθουσαίο σύνδρομο αριστερά. Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελούν τα ζώα με παράδοξο κεντρικό αιθουσαίο σύνδρομο.

Εάν ένα ζώο εμφανίζει συμπτώματα αιθουσαίας και/ή παρεγκεφαλιδικής δυσλειτουργίας και έχει ελλείμματα στις αντιδράσεις θέσης από την μια πλευρά του σώματος, η βλάβη εντοπίζεται από την ίδια πλευρά με τα ελλείμματα στις αντιδράσεις θέσης ανεξάρτητα από τη κλίση της κεφαλής. 

Διάγνωση

Η οριστική διάγνωση απαιτεί ιστοπαθολογική εξέταση. Ωστόσο, πιθανολογική διάγνωση μπορεί να τεθεί βάσει των απεικονιστικών ευρημάτων.

Σε κάθε σκύλο ή γάτα ηλικίας άνω των 5 ετών με συμπτώματα εγκεφάλου (π.χ. κυκλική κίνηση, βηματισμό χωρίς σκοπό, πίεση κεφαλής, ελλείμματα όρασης), η διαφορική διάγνωση πρέπει να περιλαμβάνει όγκο στον εγκέφαλο.

Οι επιληπτικές κρίσεις μπορεί να είναι το μοναδικό κλινικό σύμπτωμα σε σκύλους με όγκο του προσθίου εγκεφάλου (εγκεφαλικά ημισφαίρια/διεγκέφαλος) και το ζώο  μπορεί να είναι φυσιολογικό στο μεσοδιάστημα των κρίσεων. Επομένως, κάθε ζώο  άνω των 5 ετών με αιφνίδια έναρξη επιληπτικών κρίσεων πρέπει να θεωρείται ύποπτο για όγκο εγκεφάλου ή άλλης ενδοκρανιακής διαταραχής.

Εργαστηριακές εξετάσεις

Οι συνήθεις εργαστηριακές εξετάσεις (π.χ. γενική αίματος, βιοχημικό προφίλ, ανάλυση ούρων) είναι συνήθως φυσιολογικές. Μπορεί να υπάρχει ήπια μη αναγεννητική αναιμία.

Οι ακτινογραφίες θώρακα για την αξιολόγηση πιθανής  θωρακικής νόσου πρέπει να γίνονται  πριν από τη γενική αναισθησία για την εκτέλεση MRI. Στη μελέτη του Dr. Snyder σχετικά με δευτερογενείς εγκεφαλικούς όγκους σε σκύλους, 58 από τους 107 σκύλους (54%) είχαν ανωμαλίες στις ακτινογραφίες θώρακα, συμπεριλαμβανομένων ύποπτων μεταστάσεων (42), πνευμονίας (9), μεγαοισοφάγου (2), λεμφαδενοπάθειας (2), πλευριτικής συλλογής (2) και καρδιοπάθειας (1).

Ακτινογραφίες κοιλίας ή υπερηχογράφημα μπορεί να γίνουν πριν από την MRI, ωστόσο πολλοί κτηνίατροι δεν προτείνουν κοιλιακή απεικόνιση εκτός εάν υπάρχουν στοιχεία από το ιστορικό, τα κλινικά ή τα εργαστηριακά ευρήματα που υποδηλώνουν νόσο της κοιλιακής κοιλότητας.

Απεικόνιση (MRI / CT)

Η μαγνητική τομογραφία (MRI) είναι η προτιμώμενη μέθοδος απεικόνισης για ενδοκρανιακή νόσο, καθώς παρέχει καλύτερη ανάλυση των μαλακών ιστών σε σύγκριση με την αξονική τομογραφία (CT). Η MRI ανιχνεύει βλάβες μικρότερου μεγέθους από την CT και παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες για δευτερογενείς βλάβες όπως οίδημα, κήλη και αιμορραγία.

Θεραπεία

Η θεραπεία των όγκων του εγκεφάλου διακρίνεται σε οριστική (definitive) και υποστηρικτική (supportive). Στόχος της υποστηρικτικής θεραπείας είναι η παρηγορική ανακούφιση των κλινικών συμπτωμάτων που σχετίζονται με τις δευτερογενείς επιπλοκές του εγκεφαλικού όγκου, όπως το εγκεφαλικό οίδημα και η αυξημένη ενδοκράνια πίεση ή/και η εγκεφαλική κήλη.

Οριστικές θεραπευτικές επιλογές

Χειρουργική εξαίρεση / αποσυμπίεση (debulking) / βιοψία

Η χειρουργική εξαίρεση έχει τόσο θεραπευτικά όσο και διαγνωστικά οφέλη. Εάν ο όγκος είναι χειρουργικά προσπελάσιμος, η χειρουργική εξαίρεση και η αποσυμπίεση μπορεί να συνεισφέρουν στη βελτίωση ή υποχώρηση των κλινικών συμπτωμάτων και ταυτόχρονη συλλογή ιστού για ανάλυση.

Η ενδοσκοπική χειρουργική διασφηνοειδική υποφυσεκτομή (αφαίρεση μικρών όγκων της υπόφυσης μέσω της στοματικής ή ρινικής κοιλότητας) έχει περιγραφεί αναλυτικά, ωστόσο πραγματοποιείται μόνο σε περιορισμένο αριθμό εξειδικευμένων νοσοκομείων λόγω του υψηλού κόστους του εξοπλισμού και της μέτριας έως υψηλής ενδο- και μετεγχειρητικής νοσηρότητας.

Ακτινοθεραπεία (Radiation Therapy – RT)

Η ακτινοθεραπεία αποτελεί μια συχνή θεραπευτική επιλογή, στην κτηνιατρική νευρολογία, για την θεραπεία όγκων του εγκεφάλου. Συνιστάται στις εξής περιπτώσεις:

  • Μετά από χειρουργική εξαίρεση εγκεφαλικού όγκου σε σκύλο
  • Μετά από ατελή εξαίρεση μηνιγγιώματος ή άλλων όγκων σε γάτα
  • Ως πρωτογενής θεραπεία σε όγκους που δεν είναι χειρουργικά προσπελάσιμοι
  • Ως πρωτογενής θεραπεία όταν ο ιδιοκτήτης δεν αποδέχεται τους κινδύνους, τη νοσηρότητα ή τη θνησιμότητα της χειρουργικής επέμβασης

Οι ακτινοθεραπευτές και τα κέντρα ακτινοθεραπείας είναι σχετικά λίγα, αν και γίνονται ολοένα και περισσότερα τόσο σε πανεπιστημιακά όσο και σε ιδιωτικά κέντρα παραπομπής. Τα περισσότερα ζώα με νεοπλασίες του ΚΝΣ που αντιμετωπίζονται με συμβατική ακτινοθεραπεία παρουσιάζουν πολύ καλή ανταπόκριση με ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ακτινοθεραπεία διαμορφούμενης έντασης (Intensity-modulated radiation therapy, IMRT)

Η IMRT είναι μία νεότερη μορφή ακτινοθεραπείας που αρχίζει να εφαρμόζεται στη κτηνιατρική.

Πρόκειται για μια σύγχρονη, εξελιγμένη μορφή ακτινοθεραπείας που επιτρέπει την πολύ ακριβή στόχευση ενός όγκου, μειώνοντας παράλληλα τη βλάβη στους γύρω υγιείς ιστούς.

Στην IMRT η ακτινοβολία δεν έχει την ίδια ένταση παντού, αλλά ρυθμίζεται (modulated) ώστε διαφορετικά τμήματα του όγκου να λαμβάνουν διαφορετική δόση, ανάλογα με τις ανάγκες. Τοιουτοτρόπως, ο όγκος «δέχεται» την απαιτούμενη υψηλή δόση, ενώ ο φυσιολογικός εγκέφαλος γύρω του προστατεύεται περισσότερο.

Ραδιοχειρουργική με Gamma Knife

Η Ραδιοχειρουργική με Gamma Knife είναι μια υπερ-ακριβής μορφή στερεοτακτικής ακτινοθεραπείας που χρησιμοποιείται κυρίως για όγκους του εγκεφάλου, χωρίς πραγματική χειρουργική τομή.

Παρά το όνομα «χειρουργική», δεν γίνεται επέμβαση Ο όγκος «θεραπεύεται» με πολλές πολύ χαμηλής έντασης δέσμες ακτινοβολίας, οι οποίες:

  • μεμονωμένα δεν βλάπτουν τον ιστό που διαπερνούν
  • συγκλίνουν όλες στο ίδιο σημείο (στόχο), όπου αθροιστικά δίνουν πολύ υψηλή δόση.

Η τεχνική χρησιμοποιεί κοβάλτιο-60 ως πηγή ακτινοβολίας. Εκπέμπει 100–200+ ακτίνες γάμμα από διαφορετικές γωνίες. Όλες συγκλίνουν ακριβώς στη βλάβη, με στερεοτακτική καθοδήγηση (CT/MRI).Η δόση είναι εξαιρετικά εντοπισμένη, με απότομη πτώση εκτός στόχου.

Το κύριο πλεονέκτημα της θεραπείας με Gamma Knife είναι ότι απαιτούνται μόνο 1–3 συνεδρίες, μειώνοντας σημαντικά τον αριθμό των αναισθησιών, κάτι ιδιαίτερα ωφέλιμο για ζώα με αυξημένο αναισθησιολογικό κίνδυνο (π.χ. υπεραδρενοκορτικισμό, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιαγγειακή νόσο).

Τα βασικά μειονεκτήματα είναι ο πολύ μικρός αριθμός κτηνιατρικών κέντρων που προσφέρουν αυτή τη μέθοδο και το ιδιαίτερα υψηλό κόστος (περίπου 8.000–12.000 δολάρια). Επιπλέον, η μακροχρόνια επιβίωση είναι περίπου παρόμοια με αυτή της συμβατικής ακτινοθεραπείας.

Χημειοθεραπεία (Chemotherapy)

Η χημειοθεραπεία αποτελεί οριστική θεραπευτική επιλογή για τους όγκους του εγκεφάλου, ωστόσο θεωρείται λιγότερο αποτελεσματική λόγω της αδυναμίας πολλών φαρμάκων να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό (BBB).

Υπάρχουν ορισμένα φάρμακα που μπορούν να διαπεράσουν τον BBB και ενδέχεται να παρουσιάζουν κάποια αποτελεσματικότητα, όπως :

  • η λομουστίνη (CCNU)
  • η καρμουστίνη (BCNU)
  • η κυτταραβίνη (cytosine arabinoside, Cytosar) 
  • η υδροξυουρία

Η χημειοθεραπεία μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής σε σύγκριση με την αποκλειστικά παρηγορική θεραπεία.

Η CCNU (λομουστίνη) και η BCNU (καρμουστίνη) έχουν αναφερθεί συχνότερα στη θεραπεία γλοιωμάτων σε σκύλους, με τη λομουστίνη να χρησιμοποιείται συχνότερα. Η συνιστώμενη δόση είναι 60 mg/m² κάθε 6–8 εβδομάδες. Οι περισσότεροι σκύλοι ανέχονται πολύ καλά το φάρμακο.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν καταστολή του μυελού των οστών (αναιμία, θρομβοπενία, λευκοπενία) και ηπατοτοξικότητα (ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται στο ήπαρ). Έχουν επίσης αναφερθεί γαστρεντερικές διαταραχές (μειωμένη όρεξη, έμετος, διάρροια), στοματίτιδα, αλωπεκία, καθώς και σπάνια νεφρική τοξικότητα και πνευμονική ίνωση.

Συνιστάται εβδομαδιαίος αιματολογικός έλεγχος. Ο βιοχημικός έλεγχος ορού (ιδίως ηπατικές παράμετροι) πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον πριν από κάθε θεραπεία

Η χρήση της κυτταραβίνης δεν έχει αναφερθεί σε μελέτες με κριτές στην κτηνιατρική βιβλιογραφία, ωστόσο υπάρχουν ανέκδοτες αναφορές χορήγησής της σε ζώα με λέμφωμα του ΚΝΣ. Έχουν χρησιμοποιηθεί ποικίλα δοσολογικά σχήματα, με συχνή δόση τα 100–200 mg/m² ενδοφλεβίως σε διάστημα 12–24 ωρών. Η συνολική δόση μπορεί να διαιρεθεί και να χορηγηθεί υποδορίως (50 mg/m² κάθε 12 ώρες για 4 δόσεις).

Κορτικοστεροειδή

Τα κορτικοστεροειδή συνιστώνται για τη μείωση των επιπλοκών των εγκεφαλικών όγκων. Αυτά μειώνουν το εγκεφαλικό οίδημα που δημιουργείται γύρω από τον όγκο και την παραγωγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού, μειώνοντας τοιουτοτρόπως την ενδοκράνια πίεση.

Με εξαίρεση το λέμφωμα του ΚΝΣ και άλλες μυελοειδείς νεοπλασίες, τα κορτικοστεροειδή δεν έχουν άμεση επίδραση στη μάζα του όγκου.

Η ενδοφλέβια χορήγηση δεξαμεθαζόνης ή φωσφορικής δεξαμεθαζόνης (0,25–0,5 mg/kg) κατά τη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε ταχεία κλινική βελτίωση.

Στη συνέχεια, η θεραπεία συντήρησης συνίσταται στη χορήγηση  πρεδνιζόνης (0,5 mg/kg από το στόμα κάθε 12 ώρες για 1–2 εβδομάδες και κατόπιν μείωση στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση).

Αντιεπιληπτικά

Τα αντιεπιληπτικά συνιστώνται σε ασθενείς με όγκο του εγκεφάλου που παρουσιάζουν επιληπτικές κρίσεις. Η φαινοβαρβιτάλη χρησιμοποιείται συχνά, ωστόσο σημαντικός αριθμός ζώων με δομική εγκεφαλική βλάβη εμφανίζει έντονη καταστολή ακόμη και σε τυπικές δόσεις. Σε περίπτωση χορήγησης φαινοβαρβιτάλης, συνιστάται ελαφρά μείωση της δόσης από τη συνηθισμένη (2 mg/kg από το στόμα κάθε 12 ώρες). Εναλλακτικά, προτιμώνται λιγότερο κατασταλτικά αντιεπιληπτικά όπως η ζονισαμίδη (5–10 mg/kg PO q12h) ή η λεβετιρακετάμη (άμεσης αποδέσμευσης: 20 mg/kg PO q8h, παρατεταμένης αποδέσμευσης: 30 mg/kg PO q12h).

Φάρμακα για μείωση της ενδοκράνιας πίεσης (ICP)

Η ενδοκράνια υπέρταση αντιμετωπίζεται με μαννιτόλη (0,5–1,0 g/kg IV σε 15–20 λεπτά) και φουροσεμίδη (1–2 mg/kg IV).

Η μαννιτόλη είναι μονοσακχαρίτης που δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η αύξηση της ωσμωτικότητας του πλάσματος μετά τη χορήγησή της απομακρύνει αποτελεσματικά υγρά από τον εγκέφαλο.

Πολλοί συνιστούν τη χορήγηση φουροσεμίδης πριν από τη μαννιτόλη για περαιτέρω μείωση της υπέρτασης. Η υποογκαιμία πρέπει να αποφεύγεται, για να μειωθεί ο κίνδυνος οξείας σωληναριακής νέκρωσης, ιδιαίτερα σε ζώα με μειωμένη νεφρική αιμάτωση, σημεία σήψης, λήψη νεφροτοξικών φαρμάκων ή αυξημένη ωσμωτικότητα ορού.

Πρόγνωση

Με εξαίρεση τους όγκους της υπόφυσης και τους ρινικούς όγκους, δεν υπάρχουν στη κτηνιατρική βιβλιογραφία μεγάλες μελέτες που να εξετάζουν συστηματικά τις θεραπευτικές επιλογές και την πρόγνωση των επιμέρους τύπων δευτερογενών όγκων.

Γενικά, τα περισσότερα ζώα καταλήγουν εντός 3–6 μηνών από τη διάγνωση όταν εφαρμόζεται μόνο υποστηρικτική θεραπεία.

Όγκοι υπόφυσης

Πολλές μελέτες έχουν δείξει μέσο χρόνο επιβίωσης περίπου 2 έτη σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται με ακτινοθεραπεία. Στη μεγαλύτερη έως σήμερα μελέτη διασφηνοειδικής υποφυσεκτομής σε 52 σκύλους, τα εκτιμώμενα ποσοστά επιβίωσης στο 1ο και 2ο έτος ήταν 84% και 80% αντίστοιχα.

Ρινικοί όγκοι

Η κύρια θεραπευτική επιλογή για τους ρινικούς όγκους είναι η κλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία. Έχουν αναφερθεί ευρεία διαστήματα ελεύθερα νόσου, συνήθως 12–18 μήνες, ανάλογα με τον τύπο του όγκου (αδενοκαρκίνωμα έναντι σαρκώματος). Μία μελέτη δεν έδειξε σημαντική διαφορά στα διαστήματα ελεύθερα νόσου μεταξύ σκύλων με ενδορρινικούς όγκους και σκύλων με ρινικούς όγκους που επεκτείνονταν στο κρανίο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ: Εάν βρείτε λάθος σε αυτό το άρθρο, παρακαλώ στείλε mail (danourdista@gmail.com) για να διορθωθεί. Ευχαριστούμε για την υποστήριξή σας !

Κύλιση στην κορυφή