Νευροτοξικώσεις

Αυτή η σελίδα περιγράφει συνοπτικά ορισμένες χημικές ουσίες και φαρμακευτικά σκευάσματα που έχουν αναφερθεί ότι προκαλούν νευρολογικά συμπτώματα σε σκύλους και γάτες. Για περισσότερες πληροφορίες συνιστάται η αναζήτηση σε εξειδικευμένα συγγράμματα τοξικολογίας. Σε περιπτώσεις επείγουσας αντιμετώπισης, θα πρέπει να επικοινωνείτε άμεσα με κέντρο δηλητηριάσεων ή αντίστοιχη υπηρεσία παροχής τοξικολογικών συμβουλών.

Σε αυτή τη σελίδα θα αναφερθούν οι συχνότερες τοξικώσεις που είναι:

  • Τοξίκωση με βρωμεθαλίνη
  • Τοξίκωση με αιθυλενογλυκόλη
  • Τοξίκωση με ιβερμεκτίνη
  • Τοξίκωση με μετρονιδαζόλη
  • Τοξίκωση με μόλυβδο
  • Τοξίκωση με μακαντάμια
  • Τοξίκωση με πυρεθρίνες /πυρεθρινοειδή

Βρωμεθαλίνη

Η βρωμεθαλίνη (bromethalin) είναι ένα ισχυρό νευροτοξικό τρωκτικοκτόνο, που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η βρωμεθαλίνη είναι μια από τις συχνότερες νευροτοξικές ουσίες στην κτηνιατρική νευρολογία. Είναι πολύ τοξική για τα ζώα συντροφιάς. Οι γάτες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά ποντικοφάρμακα που προκαλούν αιμορραγίες, η βρωμεθαλίνη διαταράσσει την παραγωγή ενέργειας στα νευρικά κύτταρα, προκαλώντας οίδημα στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό.

Η βρωμεθαλίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ σε μια πιο τοξική μορφή, τη δεσμεθυλοβρωμεθαλίνη. Η δεσμεθυλοβρωμεθαλίνη διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και επεμβαίνει στην κυτταρική αναπνοή των μιτοχονδρίων οδηγώντας σε μειωμένη σύνθεση ενέργειας ΑΤP (τριφωσφορική αδενοσίνη, adenosine triphosphate) στα κύτταρα. Η διαταραχή αυτή της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης μειώνει τη δραστηριότητα των διαύλων Na+/K+ και ATPάσης, προκαλώντας αδυναμία διατήρησης της ωσμωτικής διαφοράς και του φυσιολογικού δυναμικού της κυτταρικής μεμβράνης. Τα ιόντα Na+ εισέρχονται στα κύτταρα, προκαλώντας κυτταρικό οίδημα (κυτταροτοξικό οίδημα) και επίσης, ενδο-μυελινικό οίδημα, το οποίο έχει ως συνέπεια τη διάσπαση των ελύτρων μυελίνης. Αυτές οι βλάβες οδηγούν σε αυξημένη ενδοκράνια πίεση, παράλυση και τελικά θάνατο.

Η θανατηφόρος δόση για το 50% των οργανισμών που εκτίθενται (LD50) είναι 4,7 mg/kg για τους σκύλους και 0,54-1,8 mg/kg για τις γάτες που σημαίνει ότι περίπου 4,7 mg βρωμεθαλίνης ανά κιλό σωματικού βάρους μπορεί να είναι θανατηφόρα για το 50% των σκύλων. Οι γάτες είναι πολύ πιο ευαίσθητες, αφού χρειάζεται πολύ μικρότερη ποσότητα για το ίδιο αποτέλεσμα.

Κλινικά συμπτώματα

Η οξεία τοξίκωση εμφανίζεται μετά από κατάποση δόσεων μεγαλύτερες από την LD50, ενώ η χρόνια τοξίκωση μπορεί να εμφανιστεί μετά από επαναλαμβανόμενη λήψη δόσεων μικρότερες από την LD50. Τα κλινικά συμπτώματα της οξείας τοξίκωσης εμφανίζονται, συνήθως εντός 8-12 ωρών μετά την έκθεση.  Μερικές φορές, μπορεί να εμφανιστούν νωρίτερα. Στα συχνά κλινικά συμπτώματα μετά από κατανάλωση υψηλών δόσεων περιλαμβάνεται ο μυϊκός τρόμος, η υπερθερμία, οι επιληπτικές κρίσεις, η έκταση των πρόσθιων άκρων με αυξημένο μυϊκό τόνο και η αταξία.

Τα κλινικά συμπτώματα από επαναλαμβανόμενη υποθανατηφόρα έκθεση συνήθως εμφανίζονται μέσα σε 12-24 ώρες από την κατάποση, αλλά μπορεί να χρειαστούν αρκετές ημέρες για να εκδηλωθούν. Το ζώο μπορεί να παρουσιάσει αταξία, παραπάρεση έως παραπληγία, μειωμένα νωτιαία αντανακλαστικά, μυϊκό τρόμο, καταστολή του ΚΝΣ και έμετο.

Διάγνωση

Στην MRI εγκεφάλου η λευκή ουσία απεικονίζεται με σήμα αυξημένης έντασης στην Τ2 και DWI ακολουθίες και στα δυο εγκεφαλικά ημισφαίρια. 

Η οριστική διάγνωση εν ζωή μπορεί να είναι πολύ δύσκολη. Μια πιθανή διάγνωση μπορεί να τεθεί με βάση συμβατά κλινικά συμπτώματα σε ζώα με πιθανή έκθεση.

Το τρωκτικοκτόνο είναι συχνά μπλε ή έντονα πράσινου χρώματος, κάτι που μπορεί να ανιχνευθεί στα κόπρανα ορισμένων ζώων (χρωματίζει τα κόπρανα). Προσοχή πρέπει να δοθεί στο ότι και τα αντιπηκτικά τρωκτικοκτόνα έχουν παρόμοιο χρώμα, επομένως δεν αποτελεί παθογνωμονικό εύρημα τι χρώμα των κοπράνων.

Υπάρχει δυνατότητα ανάλυσης ιστών (λίπος, ήπαρ), ορού και εμεσμάτων, αλλά τα αποτελέσματα συνήθως δεν είναι διαθέσιμα αρκετά γρήγορα ώστε να βοηθήσουν στη διάγνωση. Επομένως, απαιτείται έγκαιρη και επιθετική θεραπεία για να αυξηθούν οι πιθανότητες επιβίωσης.

Θεραπεία

Δεν υπάρχει αντίδοτο για τη δηλητηρίαση με βρωμεθαλίνη.

Η θεραπεία είναι κυρίως υποστηρικτική και περιλαμβάνει τα εξής:

  • Απομάκρυνση της τοξικής ουσίας από το γαστρεντερικό σωλήνα με πρόκληση εμέτου ή γαστρική πλύση, ακολουθούμενη από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ενεργού άνθρακα.
  • Η ενδοφλέβια χορήγηση λιπιδίων έχει αποδειχθεί ότι βοηθά αρκετά ορισμένα ζώα με τοξίκωση από βρωμεθαλίνη.
  • Ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων επιτυγχάνεται με διαζεπάμη ή βαρβιτουρικά:
    • Διαζεπάμη: 0,5-2,0 mg/kg IV
    • Φαινοβαρβιτάλη: 2-4 mg/kg IV
  • Ο έλεγχος του εγκεφαλικού οιδήματος και της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (CSF) γίνεται με τη χορήγηση μαννιτόλης (0,5 g/kg IV) αργά σε διάστημα 15 λεπτών και κορτικοστεροειδών.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση είναι επιφυλακτική έως δυσμενής. Τα περισσότερα ζώα πεθαίνουν μέσα σε λίγες ημέρες.

Αιθυλενογλυκόλη

Η αιθυλενογλυκόλη (ethylene glycol, EG) αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες δηλητηρίασης στα ζώα συντροφιάς. Η κύρια χρήση της αιθυλενογλυκόλης είναι ως αντιψυκτικό σε αυτοκίνητα, κλειστά κυκλώματα θέρμανσης και ηλιακούς θερμοσίφωνες, καθώς και ως πρώτη ύλη για πλαστικά. Η EG έχει γλυκιά γεύση, γι’ αυτό οι σκύλοι και οι γάτες μπορεί να καταναλώσουν μεγάλες ποσότητες. Η πιο συχνός τρόπος κατανάλωσης είναι από αντιψυκτικό υγρό που διαρρέει από αυτοκίνητα.

diaroi anticyktikou

Διαρροή αντιψυκτικού αυτοκινήτου

Η EG διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό (BBB) και φτάνει στους νευρώνες όπου μειώνει τη νευρωνική διεγερσιμότητα (ενισχύει τη δράση του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή GABA) με αποτέλεσμα τη μείωση της εγκεφαλικής λειτουργίας.

Η EG, επιπλέον, μεταβολίζεται στο ήπαρ  και μετατρέπεται σε γλυοξυλικό και οξαλικό οξύ, τα οποία προκαλούν σοβαρή μεταβολική οξέωση. Το οξαλικό οξύ συνδέεται, επίσης, με το ασβέστιο και σχηματίζει κρυστάλλους οξαλικού ασβεστίου. Οι κρύσταλλοι οξαλικού ασβεστίου μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στα νεφρικά σωληνάρια και υπασβεστιαιμία. Η σοβαρή μείωση του ασβεστίου καθιστά τους νευρώνες περισσότερο ευερέθιστους (υπερδιεγέρσιμους), με συνέπεια να μειώνεται ο ουδός των επιληπτικών κρίσεων και να ευνοείται η εμφάνιση μυϊκών συσπάσεων και σπασμών.

ojalik;o asb;esteio

Κρύσταλλοι οξαλικού ασβεστίου σε ίζημα ούρων

Μηχανισμός πρόκλησης υπασβεστιαιμίας: Το οξαλικό οξύ  αντιδρά με τα ιόντα  Ca2+ του αίματος και σχηματίζεται αδιάλυτο οξαλικό ασβέστιο. Το οξαλικό ασβέστιο καθιζάνει υπό μορφή κρυστάλλων στους νεφρούς και σε άλλους ιστούς. Καθώς το ελεύθερο (μη-ιονισμένο) ασβέστιο παγιδεύεται σε αυτούς τους κρυστάλλους η συγκέντρωση του στο αίμα μειώνεται και τοιουτοτρόπως προκαλείται υπασβεστιαιμία.

Κλινικά συμπτώματα δηλητηρίασης

Τα συμπτώματα της τοξίκωσης από αιθυλενογλυκόλη χωρίζονται σε τρία στάδια:

1. Στάδιο μέθης (Inebriation)

Εμφανίζεται από 30 λεπτά έως 12 ώρες μετά την κατάποση. Χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Έντονη πολυουρία/πολυδιψία (PU/PD)
  • Κατάπτωση
  • Αταξία
  • Πάρεση
  • Επιληπτικές κρίσεις
  • Κώμα (απώλεια συνείδησης)

2. Στάδιο μεταβολικής οξέωσης

Εκτός από την αρχική καταστολή του νευρικού συστήματος η αιθυλενογλυκόλη μεταβολίζεται σε τοξικά προϊόντα που προκαλούν σοβαρή μεταβολική οξέωση και βλάβη στους νεφρούς. Συνήθως, τα συμπτώματα της μεταβολικής οξέωσης εμφανίζονται 1–2 ώρες μετά την κατάποση, αλλά μπορεί να καθυστερήσουν έως και 12–24 ώρες. Χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Ταχύπνοια
  • Ταχυκαρδία
  • Αφυδάτωση
  • Πνευμονικό οίδημα ή πνευμονική συμφόρηση

3. Ολιγουρική νεφρική ανεπάρκεια

Τα συμπτώματα της νεφρικής ανεπάρκειας στους σκύλους εμφανίζονται 24–72 ώρες μετά την κατάποση. Στις γάτες μπορεί να παρουσιαστούν νωρίτερα από 12 ώρες. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται:

  • Κατάπτωση
  • Ανορεξία
  • Έμετος
  • Ολιγουρία-ανουρία 
  • Αζωθαιμία
  • Χαμηλό ειδικό βάρος ούρων
  • Στοματικά έλκη
  • Επιληπτικές κρίσεις
  • Ουραιμική εγκεφαλοπάθεια

Διάγνωση

Μια πιθανή διάγνωση μπορεί να τεθεί με βάση τα κλινικά συμπτώματα και το ιστορικό.  

Πρέπει να πραγματοποιούνται:

  • Γενική αίματος (CBC)
  • Βιοχημικός έλεγχος
  • Έλεγχος ηλεκτρολυτών
  • Γενική εξέταση ούρων

Στις διαταραχές των βιοχημικών εξετάσεων περιλαμβάνονται:

  • Υπασβεστιαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπερφωσφαταιμία
  • Υπερκαλιαιμία
  • Αυξημένη ουρία αίματος (BUN)
  • Αυξημένη κρεατινίνη

Κρυσταλλουρία οξαλικού ασβεστίου

Η παρουσία κρυστάλλων οξαλικού ασβεστίου στα ούρα μπορεί να εμφανιστεί σύντομα μετά την κατάποση (περίπου 5 ώρες στους σκύλους και 3 ώρες στις γάτες), μαζί με κυλίνδρους νεφρικών σωληναρίων.

Η ισοσθενουρία (ειδικό βάρος ούρων 1.008–1.012) συνήθως εμφανίζεται μέσα σε 3 ώρες από την κατάποση.

Ανίχνευση φθορισμού

Ορισμένα εμπορικά αντιψυκτικά περιέχουν χρωστική φλουορεσκεΐνη, η οποία προστίθεται για τον εντοπισμό διαρροών ψυκτικού υγρού στα αυτοκίνητα.

Η ανίχνευση φθορισμού στα ούρα, στα εμέσματα ή στη στοματική κοιλότητα με λυχνία Wood μπορεί να υποστηρίξει τη διάγνωση.

Ωστόσο:

  • Δεν περιέχουν όλα τα αντιψυκτικά τη χρωστική φλουπρεσκεϊνη, επομένως τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα είναι συχνά.
  • Τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα είναι επίσης, συχνά και έχουν αναφερθεί για πολλούς άλλους λόγους στην ανθρώπινη ιατρική.

Οριστική διάγνωση

Η οριστική διάγνωση γίνεται με ανίχνευση της αιθυλενογλυκόλης μέσω ταχείας  δοκιμής (Ethylene Glycol Test Kit).

Το τεστ μπορεί να ανιχνεύσει αιθυλενογλυκόλη στο αίμα από 30 λεπτά μετά την κατάποση έως και 12 ώρες μετά την κατάποση.

Η εξέταση είναι πιο αξιόπιστη στους σκύλους απ’ ότι στις γάτες. Το τοξικό επίπεδο στις γάτες είναι χαμηλότερο και μπορεί να βρίσκεται κάτω από το όριο ανίχνευσης του κιτ.

Θεραπεία

Ι. Ειδική θεραπεία

  • Πρόκληση εμέτου
  • Γαστρική πλύση
  • Χορήγηση ενεργού άνθρακα από το στόμα

Χορήγηση φομεπιζόλης ( 4-MP, Antizol, Fomepizole) ή αιθανόλης

Τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται τις πρώτες 8 ώρες από την κατάποση της αιθυλενογλυκόλης (EG).

Αιθανόλη

Η αιθανόλη είναι η θεραπεία εκλογής στις γάτες, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στους σκύλους όταν η φομεπιζόλη δεν είναι διαθέσιμη.

Η αιθανόλη απομακρύνει την αιθυλενογλυκόλη από τους υποδοχείς της.  Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, αλλά μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως:

  • Καταστολή του ΚΝΣ
  • Μεταβολική οξέωση
  • Υπερωσμωτικότητα

Παρασκευάζεται διάλυμα αιθανόλης 7% και χορηγείται:

  • 8,6 mL/kg IV αργά ως αρχική δόση
  • Στη συνέχεια CRI 1,43 mL/kg/ώρα για 36–48 ώρες

Παρασκευή διαλύματος αιθανόλης 7%

Το αποτέλεσμα δίνει τα mL αλκοολούχου ποτού που πρέπει να προστεθούν σε 1 L διαλύματος γλυκόζης 5% ή NaCl 0,9%.

Παράδειγμα με βότκα 80 proof (που σημαίνει βότκα με 40% αλκοόλ):

Άρα προστίθενται 175 mL βότκας σε 1 L διαλύματος.

Φομεπιζόλη, (Antizol-Vet)

Η φομεπιζόλη είναι συνθετικός αναστολέας της αλκοολικής αφυδρογονάσης, ο οποίος εμποδίζει τον μεταβολισμό της αιθυλενογλυκόλης στους τοξικούς μεταβολίτες της. Τοιουτοτρόπως, η αιθυλενογλυκόλη, η οποία από μόνη της δεν είναι ιδιαίτερα τοξική, αποβάλλεται αμετάβλητη με τα ούρα.

Δοσολογία στους σκύλους

  • Αρχική δόση: 20 mg/kg IV αργά
  • Στις 12 ώρες: 15 mg/kg IV
  • Στις 24 ώρες: 15 mg/kg IV
  • Στις 36 ώρες: 5 mg/kg IV

Η τελευταία δόση μπορεί να επαναληφθεί εφόσον:

  • το ζώο δεν έχει αναρρώσει ή
  • το τεστ αιθυλενογλυκόλης παραμένει θετικό.

Δοσολογία στις γάτες

Η φομεπιζόλη πρέπει να χορηγηθεί τις πρώτες 3 ώρες από την κατάποση.

Αν χορηγηθεί μετά τις 4 ώρες, η θνησιμότητα στις γάτες μπορεί να φτάσει το 100%.

Απαιτούνται πολύ υψηλότερες δόσεις από ό,τι στους σκύλους και είναι πιθανότερη η επιδείνωση των νευρολογικών συμπτωμάτων.

  • Αρχική δόση: 125 mg/kg IV αργά
  • Στις 12, 24 και 36 ώρες: 31,25 mg/kg IV

Σημαντική σημείωση

Τόσο η αιθανόλη όσο και η 4-MP δεν είναι αποτελεσματικές όταν υπάρχει:

  • Αζωθαιμία
  • Ολιγουρία ή ανουρία

Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται αιμοκάθαρση.

ΙΙ. Υποστηρικτική θεραπεία

Ενδοφλέβια χορήγηση υγρών

Για πρόκληση διούρησης και υποστήριξη της νεφρικής λειτουργίας.

Αντιμετώπιση μεταβολικής οξέωσης

Δόση διττανθρακικών = έλλειμμα διτανθρακικών Χ ΣΒ (kg) X0,3

  • Χορηγείται το 1/4 έως 1/3 της υπολογισμένης δόσης IV αργά σε 5–10 λεπτά.
  • Ακολουθεί επανεκτίμηση του ζώου.

Αντιμετώπιση υπασβεστιαιμίας

Σε σοβαρή υπασβεστιαιμία (ολικό ασβέστιο < 7 mg/dL ή ιονισμένο ασβέστιο < 0,7 mmol/L)  χορηγείται γλυκονικό ασβέστιο 10% .

Δόση:

  • 5–15 mg/kg στοιχειακού ασβεστίου IV σε διάστημα 20 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
  • Αντιστοιχεί σε 0,54–1,61 mL/kg γλυκονικού ασβεστίου 10%.

Παρακολούθηση:

  • Καρδιακή συχνότητα
  • ΗΚΓ
  • Αναπνευστική συχνότητα

Η χορήγηση διακόπτεται εάν εμφανιστεί βραδυκαρδία.

Αντιμετώπιση επιληπτικών κρίσεων

Ακολουθούνται τα συνήθη πρωτόκολλα θεραπείας των επιληπτικών κρίσεων.

Γενική νοσηλευτική φροντίδα

  • Παρακολούθηση προσλαμβανόμενων και αποβαλλόμενων υγρών (fluid balance).
  • Συνεχής αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας και της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.

Ιβερμεκτίνη

Η ιβερμεκτίνη (ivermectin) χρησιμοποιείται κυρίως ως ανθελμινθικό φάρμακο σε μεγάλα ζώα και ως προληπτική θεραπεία κατά της διροφιλαρίωσης στους σκύλους (6 μg/kg από το στόμα μία φορά τον μήνα). Χρησιμοποιείται επίσης, εκτός εγκεκριμένης ένδειξης (off-label) σε σκύλους, σε υψηλότερες δόσεις (50–300 μg/kg από το στόμα ή υποδόρια), για την αντιμετώπιση εξωπαρασίτων (π.χ. δεμοδήκωση).  Υπάρχουν πολλά σκευάσματα ιβερμεκτίνης για χρήση σε μικρά ζώα όπως π.χ. valaneq, vitermec, animec, κ.λ.π.

Η δηλητηρίαση παρατηρείται συχνότερα σε ποιμενικές φυλές σκύλων που φέρουν μετάλλαξη στο γονίδιο multidrug resistance (MDR-1) gene. Στις φυλές αυτές δόσεις ακόμη και 100 μg/kg μπορεί να προκαλέσουν ήπια κλινικά συμπτώματα στο 30–40% των σκύλων. Όσο μεγαλύτερη είναι η δόση, τόσο αυξάνεται το ποσοστό των σκύλων που επηρεάζονται και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων.

Φυλές που φέρουν τη μετάλλαξη στο γονίδιο multidrug resistance (MDR-1) gene
ΦυλήΠοσοστό σκύλων που φέρουν MDR-1 gene
Australian Shepherd50
Australian Shepherd, Mini50
Border Collie<5
Chinook25
Collie70
English Shepherd15
German Shepherd10
Golden RetrieverUnknown
Long-haired  Whippet50
Old English Sheepdog5
Shetland Sheepdog15
Siberian HuskyUnknown

Στα ασπόνδυλα η ιβερμεκτίνη ενισχύει τη δράση των διεγερτικών νευροδιαβιβαστών γλουταμινικό οξύ ή/και GABA. Στα θηλαστικά, οι υποδοχείς GABA εντοπίζονται στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ). Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός (BBB) εμποδίζει συνήθως, την είσοδο της ιβερμεκτίνης στο ΚΝΣ, προστατεύοντας τα θηλαστικά από τη νευροτοξική της δράση. Ωστόσο, στους σκύλους με μετάλλαξη του γονιδίου MDR-1, απουσιάζει μια μεγάλη διαμεμβρανική πρωτεΐνη (P-glycoprotein ή P-gp), η οποία λειτουργεί ως αντλία μεταφοράς ουσιών. Η P-γλυκοπρωτεΐνη δρα ως αντλία εκροής, απομακρύνοντας διάφορες φαρμακευτικές και άλλες ουσίες από τον εγκέφαλο και επαναφέροντάς τες στην κυκλοφορία του αίματος.

Οι σκύλοι που είναι ομόζυγοι για τη μετάλλαξη διατρέχουν υψηλό κίνδυνο τοξίκωσης από ιβερμεκτίνη. Οι ετερόζυγοι σκύλοι (π.χ. ένα φυσιολογικό και ένα μεταλλαγμένο αλληλόμορφο) μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα τοξίκωσης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις. Οι σκύλοι που δεν φέρουν το μεταλλαγμένο γονίδιο δεν διατρέχουν κίνδυνο τοξίκωσης.

Η δηλητηρίαση με ιβερμεκτίνη μπορεί να συμβεί στις εξής περιπτώσεις:

  • Σε σκύλους που είναι ομόζυγοι φορείς της μετάλλαξης MDR-1. Η προληπτική δόση για τη διροφιλαρίωση μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια. Συμπτώματα δηλητηρίασης μπορεί να εμφανιστούν με δόσεις από 100 μg/kg και μεγαλύτερες.
  • Σε τυχαία χορήγηση υπερδοσολογίας. Συνήθως απαιτούνται τουλάχιστον 2 mg/kg πριν εμφανιστούν συμπτώματα τοξίκωσης στους σκύλους.
  • Σε περίπτωση χορήγησης επαναλαμβανομένων υψηλών ημερήσιων δόσεων. Αθροιστική τοξικότητα.
  • Σε περίπτωση διαταραχής στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε σκύλους με κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλίτιδα, όγκους εγκεφάλου κ.λπ.

Κλινικά συμπτώματα

Στα νευρικά συμπτώματα περιλαμβάνονται: αταξία (αστάθεια στη βάδιση), τρόμος, αποπροσανατολισμός, μυϊκή αδυναμία, επιληπτικές κρίσεις, λήθαργος/βαριά καταστολή (stupor), κώμα.

Ορισμένοι σκύλοι εμφανίζουν, επίσης: μυδρίαση, απουσία αντίδρασης απειλής τύφλωση.

Στα μη νευρικά συμπτώματα περιλαμβάνονται: σιελόρροια, έμετος, διάρροια, βραδυκαρδία και υπερθερμία.

Διάγνωση

Η δηλητηρίαση από ιβερμεκτίνη διαγιγνώσκεται συνήθως όταν υπάρχει πιθανό ιστορικό έκθεσης στο φάρμακο σε συνδυασμό με συμβατά κλινικά συμπτώματα.

Θεραπεία

Άμεση αντιμετώπιση μετά από υπερδοσολογία

Η πρόκληση εμέτου συνιστάται εάν η κατάποση έχει συμβεί εντός των προηγούμενων 1–2 ωρών. Ο εμετός δεν πρέπει να προκαλείται εάν ο ασθενής παρουσιάζει αναπνευστική δυσχέρεια ή βρίσκεται σε ληθαργική ή κωματώδη κατάσταση. Η πρόκληση εμέτου επιτυγχάνεται με:

  • Απομορφίνη (Filtalon, Apovomin): 0,04 mg/kg ενδοφλεβίως (IV) ή 0,08 mg/kg ενδομυϊκά (IM), υποδορίως (SC), ή θρυμματισμός ενός δισκίου (ανθρώπινο σκεύασμα) και τοποθέτησή του στον σάκο του επιπεφυκώτα (ο οφθαλμός πρέπει να ξεπλυθεί αμέσως μετά την πρόκληση του εμέτου).
  • Υπεροξείδιο του υδρογόνου (οξυζενέ): 5–10 mL από το στόμα (PO), με δυνατότητα μίας επανάληψης.
  • Γαστρική πλύση.
  • Ενεργός άνθρακας: Αναμείξτε 1 g σε 5 mL νερού και χορηγήστε εναιώρημα 10 mL/kg από το στόμα κάθε 6–8 ώρες, είτε μέσω γαστρικού σωλήνα είτε αναμειγμένο με την τροφή. Η ιβερμεκτίνη υφίσταται εντεροηπατική ανακύκλωση, επομένως απαιτούνται επαναλαμβανόμενες δόσεις.
  • Ενδοφλέβια θεραπεία με λιπίδια.

Υποστηρικτική αγωγή μετά την εμφάνιση των κλινικών συμπτωμάτων

  • Ενδοφλέβια χορήγηση υγρών
  • Ενεργός άνθρακας
  • Ενδοφλέβιο γαλάκτωμα λιπιδίων (οι δόσεις ποικίλλουν· βλ. τη σχετική βιβλιογραφία)
  • Αντισπασμωδικά φάρμακα (π.χ. φαινοβαρβιτάλη). Η διαζεπάμη δεν συνιστάται, επειδή διεγείρει τους υποδοχείς GABA με τρόπο παρόμοιο με την ιβερμεκτίνη.
  • Γενική νοσηλευτική φροντίδα και φροντίδα της ουροδόχου κύστης.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση για ανάρρωση είναι μέτρια έως καλή, ιδιαίτερα όταν η διάγνωση τίθεται έγκαιρα και εφαρμόζεται άμεση και εντατική θεραπευτική αντιμετώπιση.

Μετρονιδαζόλη

Η τοξίκωση από μετρονιδαζόλη (metronidazole toxicosis) είναι μία από τις πιο γνωστές φαρμακογενείς νευροτοξικώσεις σε σκύλους και γάτες. Εμφανίζεται συνήθως μετά από χορήγηση υψηλών δόσεων, παρατεταμένη θεραπεία ή σε ζώα με ηπατική δυσλειτουργία, όπου ο μεταβολισμός του φαρμάκου είναι μειωμένος.

Αιτιολογία

Η μετρονιδαζόλη (flagyl) είναι αντιβιοτικό και αντιπρωτοζωϊκό φάρμακο που χρησιμοποιείται συχνά για:

  • Γαστρεντερικές λοιμώξεις από αναερόβια βακτήρια
  • Γιάρδιαση (Giardia)
  • Φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου
  • Ορισμένες νευρολογικές λοιμώξεις

Οι σκύλοι προσβάλλονται συχνότερα από τις γάτες.

Παθογένεια

Ο ακριβής μηχανισμός της νευροτοξικότητας δεν είναι πλήρως γνωστός. Αναφέρονται πολλές αιτίες όπως π.χ. η παραγωγή ελευθέρων ριζών που προκαλούν βλάβη στους νευράξονες, η μείωση στη παραγωγή ΑΤP με συνέπεια κυτταρική δυσλειτουργία και η αλληλεπίδραση με νευροδιαβιβαστές. Πιθανολογείται ότι η μετρονιδαζόλη ασκεί νευροτοξική δράση στην παρεγκεφαλίδα, στους αιθουσαίους πυρήνες και στους πυρήνες των εγκεφαλικών νεύρων στο εγκεφαλικό στέλεχος.

Αυτό εξηγεί την εμφάνιση έντονης αταξίας και αιθουσαίων συμπτωμάτων.

Κλινικά συμπτώματα

Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται αιφνίδια ή προοδευτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Συχνότερα παρατηρούνται: αταξία, υπερμετρία (ιδιαίτερα στα πρόσθια άκρα), αστάθεια κατά τη βάδιση, κλίση της κεφαλής, νυσταγμός, μυϊκός τρόμος, μυϊκή αδυναμία, κατάπτωση.

Νευρολογική εξέταση

Το συνηθέστερο εύρημα είναι η γενικευμένη αταξία με παρεγκεφαλιδικά χαρακτηριστικά (παρεγκεφαλιδική αταξία). Μπορεί επίσης να παρατηρηθούν: κάθετος νυσταγμός, κλίση της κεφαλής προς μία πλευρά, ελλείμματα στις εγκεφαλικές συζυγίες και μειωμένες αντιδράσεις θέσης.

Η συνείδηση συνήθως διατηρείται φυσιολογική, εκτός από πολύ σοβαρές περιπτώσεις.

Διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται κυρίως:

  • Στο ιστορικό χορήγησης μετρονιδαζόλης
  • Στην εμφάνιση τυπικών νευρολογικών συμπτωμάτων
  • Στην υποχώρηση των συμπτωμάτων μετά τη διακοπή του φαρμάκου

Θεραπεία

Η σημαντικότερη παρέμβαση είναι η άμεση διακοπή της μετρονιδαζόλης.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση είναι συνήθως πολύ καλή.

Τα περισσότερα ζώα παρουσιάζουν:

  • Βελτίωση μέσα σε 24–72 ώρες από τη διακοπή του φαρμάκου
  • Σημαντική αποκατάσταση μέσα σε 1–2 εβδομάδες
  • Πλήρη ανάρρωση μέσα σε λίγες εβδομάδες

Σε περιπτώσεις πολύ υψηλής δόσης ή καθυστερημένης διάγνωσης η αποκατάσταση μπορεί να απαιτήσει περισσότερο χρόνο, αλλά τα μόνιμα νευρολογικά ελλείμματα είναι ασυνήθιστα.

Συχνή κλινική κατάσταση στη πράξη 

Αν ένας σκύλος ή γάτα που λαμβάνει μετρονιδαζόλη εμφανίσει ξαφνικά έντονη αταξία, υπερμετρία, και κλίση κεφαλής ή νυσταγμό, θα πρέπει να θεωρείται ύποπτος για τοξίκωση από μετρονιδαζόλη μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ιδιαίτερα εάν τα συμπτώματα εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη θεραπεία.

Μόλυβδος

Η δηλητηρίαση από μόλυβδο (lead) αποτελούσε παλαιότερα μία από τις συχνότερες τοξικώσεις στην κτηνιατρική. Η συχνότητά της έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία 20–30 χρόνια, μετά τους κανονισμούς που θεσπίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και απαγόρευσαν τη χρήση μολύβδου σε πολλά προϊόντα όπως βενζίνη και χρώματα οικιακής χρήσης.

Η παλαιού τύπου «μπογιά» παραμένει η συχνότερη πηγή δηλητηρίασης από μόλυβδο σε σκύλους και γάτες. Η έκθεση συμβαίνει συχνότερα κατά το τρίψιμο ή την απόξεση παλαιών χρωμάτων που περιέχουν μόλυβδο, αλλά μπορεί επίσης να προκληθεί από ξεφλουδισμένα χρώματα ή όταν τα ζώα μασούν περβάζια παραθύρων, κάσες θυρών και άλλα αντικείμενα του περιβάλλοντός τους.

Ο μόλυβδος μπορεί να βρεθεί σε πολυάριθμα προϊόντα, όπως:

  • Οικοδομικά υλικά (υλικά στέγης, υποστρώματα χαλιών, κολλήσεις υδραυλικών, στόκοι και σφραγιστικά υλικά, λινοτάπητες).
  • Αθλητικά και κυνηγετικά είδη (μπάλες γκολφ, φυσίγγια, βαρίδια ψαρέματος).
  • Προϊόντα αυτοκινήτου (χρησιμοποιημένα λιπαντικά κινητήρων, βαρίδια ζυγοστάθμισης τροχών).
  • Άλλες πηγές (μολυβδούχο γυαλί, βαρίδια κουρτινών, μελάνια εφημερίδων και περιοδικών).

Ο μόλυβδος απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα πολύ ευκολότερα στα νεαρά ζώα απ’ ό,τι στα ενήλικα. Προκαλεί αυξημένη ευθραυστότητα της μεμβράνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων και μειώνει τον χρόνο ζωής τους, με αποτέλεσμα τη μείωση της ικανότητας μεταφοράς οξυγόνου.

Μετά την απορρόφησή του, ο μόλυβδος κατανέμεται στο ήπαρ, στον φλοιό των νεφρών και στα οστά (στα σημεία αυτά αποθηκεύεται το 90–98% του απορροφημένου μολύβδου). Επίσης, διέρχεται εύκολα τον πλακούντα και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Προκαλεί βλάβη στα νευρικά κύτταρα με συνέπεια εγκεφαλικό οίδημα και απομυελίνωση.

Στοιχεία του ζώου

Η δηλητηρίαση από μόλυβδο είναι συχνότερη στους σκύλους απ’ ό,τι στις γάτες και μπορεί να εμφανιστεί σε ζώα οποιασδήποτε ηλικίας ή φυλής.

Κλινικά συμπτώματα

Τα κλινικά συμπτώματα της δηλητηρίασης από μόλυβδο αφορούν κυρίως το γαστρεντερικό και το νευρικό σύστημα. Τα νευρικά συμπτώματα επικρατούν σε περιπτώσεις οξείας δηλητηρίασης ή κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας. Τα γαστρεντερικά και οστικά συμπτώματα παρατηρούνται συχνότερα σε χρόνια δηλητηρίαση.

Στα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνονται: εμετός, επιληπτικές κρίσεις, ανορεξία, μη φυσιολογική συμπεριφορά (π.χ. συνεχές γάβγισμα, επεισόδια ανεξέλεγκτου τρεξίματος και άλλες παράξενες συμπεριφορές), απώλεια βάρους, μεγαοισοφάγος με αναγωγές τροφής.

Η δηλητηρίαση από μόλυβδο θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση κάθε σκύλου ή γάτας που εμφανίζει επιληπτικές κρίσεις, ιδιαίτερα όταν το σπίτι του ιδιοκτήτη έχει κατασκευαστεί πριν από το 1978 ή όταν υπάρχει άλλη πιθανή πηγή έκθεσης στον μόλυβδο.

Διάγνωση

Μια πιθανή διάγνωση μπορεί να τεθεί με βάση το ιστορικό έκθεσης, τα συμβατά κλινικά συμπτώματα και την παρουσία βασεόφιλης στίξης στα ερυθρά αιμοσφαίρια ή άωρων ερυθρών αιμοσφαιρίων στο επίχρισμα αίματος. Η απεικόνιση ακτινοσκιερών υλικών (π.χ. θραυσμάτων χρώματος που περιέχει μόλυβδο ή άλλων αντικειμένων με βάση τον μόλυβδο) στις απλές ακτινογραφίες κοιλίας ενισχύει περαιτέρω την υποψία δηλητηρίασης από μόλυβδο.

Η οριστική διάγνωση της δηλητηρίασης από μόλυβδο γίνεται με τη μέτρηση του επιπέδου μολύβδου στο αίμα. Για την εξέταση πρέπει να αποστέλλεται ολικό αίμα σε σωληνάριο με EDTΑ ή ηπαρίνη. Ο ορός δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μέτρηση, καθώς περίπου το 90% του μολύβδου είναι δεσμευμένο στα κυκλοφορούντα ερυθρά αιμοσφαίρια.

Σύμφωνα με το εργαστήριο αναφοράς Idexx:

  • Τιμές άνω των 60 μg/dL είναι διαγνωστικές για δηλητηρίαση από μόλυβδο.
  • Τιμές 30–60 μg/dL θεωρούνται ιδιαίτερα ύποπτες, ειδικά όταν συνυπάρχουν συμβατά κλινικά ή αιματολογικά ευρήματα.

Η βαρύτητα των κλινικών συμπτωμάτων δεν συσχετίζεται απαραίτητα με τη συγκέντρωση μολύβδου στο αίμα.

Θεραπεία

Ειδική θεραπεία

Η χηλική θεραπεία αποτελεί τη βασική θεραπευτική προσέγγιση για τη δηλητηρίαση από μόλυβδο. Πριν από την έναρξη της χηλικής θεραπείας συνιστώνται η απομάκρυνση του υπολειμμάτων μολύβδου (π.χ. χειρουργικά ή ενδοσκοπικά). Η χηλική θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται έως ότου τα επίπεδα μολύβδου στο αίμα υποχωρήσουν κάτω από τα τοξικά όρια. Μετά το τέλος της θεραπείας μπορεί να παρατηρηθεί εκ νέου αύξηση των επιπέδων μολύβδου στο αίμα λόγω ανακατανομής του από τα οστά ή άλλους ιστούς. Είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι το ζώο δεν θα εκτεθεί πάλι στην πηγή μολύβδου.

Εάν μετά τη θεραπεία το επίπεδο μολύβδου στο αίμα παραμένει ήπια έως μέτρια αυξημένο αλλά το ζώο δεν παρουσιάζει συμπτώματα, μπορεί να προτιμηθεί η φυσική αποβολή του μολύβδου από τον οργανισμό. Η χηλική θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί εάν εμφανιστούν πάλι κλινικά συμπτώματα.

Η χηλική θεραπεία (chelation therapy) είναι μια θεραπευτική μέθοδος κατά την οποία χορηγούνται ειδικές ουσίες, οι καλούμενοι χηλικοί παράγοντες, που δεσμεύουν μέταλλα ή άλλες τοξικές ουσίες μέσα στον οργανισμό και σχηματίζουν μαζί τους σταθερά σύμπλοκα. Στη συνέχεια, τα σύμπλοκα αυτά αποβάλλονται κυρίως μέσω των νεφρών με τα ούρα ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέσω της χολής και των κοπράνων.

Σουκκιμέρη (Succimer, DMSA)

Η σουκκιμέρη (meso-2,3-dimercaptosuccinic acid, DMSA) θεωρείται η θεραπεία επιλογής, επειδή είναι σχετικά εκλεκτικός χηλικός παράγοντας. Χορηγείται από το στόμα και είναι υδατοδιαλυτή.

Χορηγείται σε σκύλους και γάτες:

  • 10 mg/kg από το στόμα κάθε 8 ώρες για 5 ημέρες.
  • Στη συνέχεια 10 mg/kg από το στόμα κάθε 12 ώρες για 2 εβδομάδες.

Ο χηλικά δεσμευμένος μόλυβδος αποβάλλεται μέσω των νεφρών στα ούρα. Η θεραπεία μπορεί να επαναληφθεί μετά από δύο εβδομάδες εάν τα επίπεδα μολύβδου παραμένουν υψηλά.

Ασβέστιο-δινάτριο EDTA (CaEDTA)

Το ασβέστιο-δινάτριο EDTA (εδετικό ασβεστιονάτριο) ήταν ιστορικά ο συχνότερα χρησιμοποιούμενος χηλικός παράγοντας για τη δηλητηρίαση από μόλυβδο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν η σουκκιμέρη δεν είναι διαθέσιμη.

Το ασβέστιο του μορίου αντικαθίσταται από δισθενή ή τρισθενή μέταλλα. Ωστόσο, η χρήση του έχει περιοριστεί επειδή δεσμεύει μη εκλεκτικά και άλλα μέταλλα, όπως: ψευδάργυρο, κάδμιο, χαλκό, σίδηρο, μαγγάνιο.

Η θεραπεία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 5 ημέρες, καθώς μπορεί να επηρεάσει την υγεία του εντερικού επιθηλίου και να αυξήσει την αποβολή ψευδαργύρου.

Το CaEDTA μπορεί επίσης να προκαλέσει νεφρική βλάβη και δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ανουρία ή νεφρική νόσο.

Δοσολογία σε σκύλους και γάτες:

  • 25 mg/kg υποδορίως κάθε 6 ώρες για 5 ημέρες.
  • Αραιωμένο σε διάλυμα δεξτρόζης 5% ώστε η τελική συγκέντρωση να είναι 10 mg/mL.

Ορισμένες πηγές συνιστούν να μην υπερβαίνονται τα 2 g ανά ζώο ημερησίως.

Τα επίπεδα μολύβδου πρέπει να επανελέγχονται μετά από 1–2 εβδομάδες και η θεραπεία να επαναλαμβάνεται εφόσον απαιτείται.

D-πενικιλλαμίνη

Η D-πενικιλλαμίνη είναι ένας ακόμη μη εκλεκτικός χηλικός παράγοντας που χρησιμοποιείται κυρίως στη δηλητηρίαση από χαλκό, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στη δηλητηρίαση από μόλυβδο.

Δοσολογία:

  • 110 mg/kg ημερησίως από το στόμα, διαιρεμένα σε δόσεις κάθε 6–8 ώρες για 7–14 ημέρες.

Ορισμένοι συγγραφείς προτείνουν:

  • 33–55 mg/kg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις.

Πριν από τη χορήγησή της πρέπει να έχει απομακρύνεται κάθε πηγή μολύβδου από το γαστρεντερικό σύστημα, καθώς η D-πενικιλλαμίνη αυξάνει την απορρόφηση του μολύβδου.

Πρέπει να χορηγείται με άδειο στομάχι επειδή δεσμεύει τα απαραίτητα μέταλλα που περιέχονται στην τροφή.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες: έμετος, αιματουρία, πρωτεϊνουρία.

Η χορήγηση αντιεμετικών 30–60 λεπτά πριν από τη δόση μπορεί να μειώσει την πιθανότητα εμέτου.

Γενική υποστηρικτική αγωγή

Οι επιληπτικές κρίσεις αντιμετωπίζονται όπως σε κάθε άλλη επιληπτική διαταραχή.

Άμεση διακοπή των κρίσεων

  • Διαζεπάμη: 0,5–1,0 mg/kg IV
  • Φαινοβαρβιτάλη: 4 mg/kg IV
  • Λεβετιρακετάμη (Keppra): 20–40 mg/kg IV εάν οι κρίσεις δεν σταματούν γρήγορα.

Πρόληψη υποτροπής των κρίσεων. Ακολουθείται μία από τις ακόλουθες θεραπείες:

  • Φαινοβαρβιτάλη: 4 mg/kg IV κάθε 4–6 ώρες έως συνολική δόση 16–20 mg/kg και στη συνέχεια δόση συντήρησης 2 mg/kg IV ή PO κάθε 12 ώρες.
  • Λεβετιρακετάμη: 20 mg/kg IV ή PO κάθε 8 ώρες.
  • Ζονισαμίδη: 5–10 mg/kg PO κάθε 12 ώρες.

Αντιμετώπιση εγκεφαλικού οιδήματος

  • Μαννιτόλη: 1,0 g/kg IV αργά σε διάστημα 15 λεπτών.
  • Υπέρτονος φυσιολογικός ορός: 4 mL/kg διαλύματος NaCl 7,5% σε 2–5 λεπτά ή εναλλακτικά 5,3 mL/kg διαλύματος NaCl 3%.

Υποστήριξη με υγρά

Η ενυδάτωση πρέπει να διατηρείται με ενδοφλέβια υγρά. Είναι σημαντικό το ζώο να έχει φυσιολογικό ενδαγγειακό όγκο πριν από τη χορήγηση μαννιτόλης ή υπέρτονου φυσιολογικού ορού. Η χορήγηση υγρών πρέπει να συνεχίζεται και μετά τη θεραπεία για την αποφυγή αφυδάτωσης.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση είναι συνήθως πολύ καλή έως εξαιρετική όταν η διάγνωση τίθεται έγκαιρα και εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Τα νευρικά συμπτώματα συνήθως υποχωρούν πλήρως.

Κίνδυνος για τη δημόσια υγεία

Οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να ενημερώνονται ότι και άλλα κατοικίδια ή άτομα που ζουν στο ίδιο περιβάλλον —ιδιαίτερα τα παιδιά— ενδέχεται να έχουν εκτεθεί στην ίδια πηγή μολύβδου και θα πρέπει να εξετάζονται αναλόγως.

Μακαντάμια

Η τοξίκωση από μακαντάμια (macadamia nut intoxication) παρατηρείται μόνο στους σκύλους. Η ακριβής αιτία παραμένει άγνωστη.

Έχουν αναφερθεί κλινικά συμπτώματα μετά από κατάποση 0,7–4,9 g/kg σωματικού βάρους, δηλαδή περίπου 1 καρπός μακαντάμια ανά κιλό σωματικού βάρους.

karpoi makadamia

Καρποί μακαντάμια

Κλινικά συμπτώματα

Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται εντός 3–24 ωρών από την κατάποση.

Στα συμπτώματα, από τα συχνότερα στα λιγότερο συχνά, περιλαμβάνονται: αδυναμία, καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος (λήθαργος, μειωμένη εγρήγορση), έμετος, αταξία (διαταραχή συντονισμού κινήσεων), τρόμος, υπερθερμία, κοιλιακός πόνος και ωχρότητα των βλεννογόνων.

Διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται συνήθως στο ιστορικό πιθανής έκθεσης και στα συμβατά κλινικά συμπτώματα.

Θεραπεία

Η θεραπεία περιλαμβάνει πρόκληση εμέτου και χορήγηση ενεργού άνθρακα.

Απομορφίνη:

  • 0,02–0,04 mg/kg ενδοφλεβίως (IV), υποδορίως (SC) ή ενδομυϊκώς (IM)
  • Μπορεί να προκαλέσει καταστολή του ΚΝΣ, επομένως πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ζώα με μειωμένο επίπεδο συνείδησης

Υπεροξείδιο του υδρογόνου 3% (οξυζενέ):

  • 2 mL/kg από το στόμα (PO)
  • Μέγιστη δόση: 45 mL

Πρόγνωση

Όλοι οι σκύλοι που έχουν περιγραφεί στη βιβλιογραφία, τόσο σε κλινικές περιπτώσεις όσο και σε πειραματικές μελέτες, ανάρρωσαν πλήρως μέσα σε 1–2 ημέρες, ανεξάρτητα από το αν έλαβαν κτηνιατρική θεραπεία ή όχι.

Πυρεθρίνες / πυρεθροειδή

Πυρεθρίνες / πυρεθροειδή

Η δηλητηρίαση από πυρεθρίνες και πυρεθροειδή (pyrethrin / pyrethroid poisoning)

είναι συχνή στα ζώα συντροφιάς και ιδιαίτερα στις γάτες. Υπάρχει πολύ μεγάλο εύρος ασφάλειας στους σκύλους, επομένως η τοξίκωση συμβαίνει σπάνια όταν τα προϊόντα χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες. Οι περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζονται σε γάτες όταν οι ιδιοκτήτες εφαρμόζουν σε αυτές τοπικά αντιπαρασιτικά προϊόντα για ψύλλους και τσιμπούρια που προορίζονται για σκύλους.

Οι πυρεθρίνες είναι φυσικά εντομοκτόνα που διεισδύουν στο νευρικό σύστημα των εντόμων, προκαλώντας αδυναμία κίνησης ή πτήσης. Τα πυρεθροειδή είναι συνθετικά εντομοκτόνα (π.χ. περμεθρίνη) τα οποία είναι πιο σταθερά και αποτελεσματικότερα στην εξόντωση των εντόμων.

Κλινικά συμπτώματα

Στα κλινικά συμπτώματα της δηλητηρίασης περιλαμβάνοντα:

  • Υπνηλία ή λήθαργος
  • Σιελόρροια
  • Μυϊκός τρόμος
  • Αταξία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Ανορεξία

Λιγότερο συχνά μπορεί να παρατηρηθούν:

  • Επιληπτικές κρίσεις
  • Υπερθερμία ή υποθερμία
  • Δύσπνοια
  • Δερματίτιδα εξ επαφής

Διάγνωση

Η πιθανή διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό ενδεχόμενης έκθεσης σε πυρεθρίνες ή πυρεθροειδή και στην παρουσία συμβατών κλινικών συμπτωμάτων.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ώστε να διαφοροδιαγνωστεί η δηλητηρίαση με οργανοφωσφορικά ή καρβαμιδικά εντομοκτόνα, καθώς τα κλινικά συμπτώματα είναι παρόμοια, αλλά η θεραπευτική αντιμετώπιση διαφέρει.

Θεραπεία

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για αυτήν την τοξίκωση.

Μετά από δερματική έκθεση

Το ζώο πρέπει να πλένεται με χλιαρό νερό και ήπιο απορρυπαντικό πιάτων ώστε να απομακρύνονται τα υπολείμματα του προϊόντος και να αποτρέπεται περαιτέρω απορρόφηση από το δέρμα.

Μετά από πρόσφατη από του στόματος λήψη

Εάν η κατάποση έγινε μέσα στις τελευταίες λίγες ώρες, συνιστάται η χορήγηση ενεργού άνθρακα.

Θεραπεία με ενδοφλέβιο γαλάκτωμα λιπιδίων

Έχει αναφερθεί επιτυχής αντιμετώπιση περιστατικών έκθεσης σε περμεθρίνη με τη χορήγηση ενδοφλέβιου γαλακτώματος λιπιδίων (Intravenous Lipid Emulsion Therapy).

Αντιμετώπιση μυϊκού τρόμου

Μεθοκαρβαμόλη (Methocarbamol):

  • 55–220 mg/kg ενδοφλεβίως (IV)
  • Να μην υπερβαίνεται η συνολική δόση των 330 mg/kg/ημέρα

Αντιμετώπιση επιληπτικών κρίσεων

Διαζεπάμη (Diazepam) με συνεχή έγχυση (CRI):

  • 0,5–2 mg/kg/ώρα
  • Σε διάλυμα φυσιολογικού ορού 0,9% (NaCl) ή δεξτρόζης 5%

Η θεραπεία είναι κυρίως υποστηρικτική και στοχεύει στον έλεγχο των νευρολογικών συμπτωμάτων και στην πρόληψη περαιτέρω απορρόφησης της τοξικής ουσίας.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση για ανάρρωση είναι καλή αν η θεραπεία αρχίσει νωρίς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ: Εάν βρείτε λάθος σε αυτό το άρθρο, παρακαλώ στείλε mail (danourdista@gmail.com) για να διορθωθεί. Ευχαριστούμε για την υποστήριξή σας !

Κύλιση στην κορυφή