Ο υποθυρεοειδισμός είναι μία από τις συχνότερες ενδοκρινολογικές διαταραχές που διαγιγνώσκονται στους σκύλους. Η συχνότητα εμφάνισης στο γενικό πληθυσμό των σκύλων είναι από 0,2% έως 0,8%. Ο κλινικός υποθυρεοειδισμός οφείλεται σε ανεπαρκή παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών τριιωδοθυρονίνης (T₃) και θυροξίνης (T₄), οι οποίες αποτελούν βασικούς ρυθμιστές των μεταβολικών διεργασιών. Το 95% περίπου των περιπτώσεων ταξινομούνται ως πρωτογενής υποθυρεοειδισμός, η αιτία του οποίου είναι κυρίως η λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα (νόσος του Hashimoto) και σπανιότερα η ιδιοπαθής ατροφία (στην ιδιοπαθή ατροφία του θυρεοειδή αδέναο αδενικός ιστός αντικαθίσταται από λιπώδη ιστό).  Άλλες αιτίες υποθυρεοειδισμού είναι σπάνιες.

Η ταυτόχρονη παρουσία υποθυρεοειδισμού επί υφιστάμενης νευρολογικής νόσου επιδεινώνει τα συμπτώματα της νευρολογικής νόσου ακόμα και αν η νευρολογική νόσος δεν έχει καμία σχέση με τον υποθυρεοειδισμό. 

Στοιχεία του ζώου

Ο υποθυρεοειδισμός προσβάλλει συνήθως σκύλους μέσης και μεγάλης ηλικίας. Περίπου το ένα τρίτο των προσβεβλημένων σκύλων εμφανίζει συμπτώματα μεταξύ 4 και 6 ετών. Ο συγγενής υποθυρεοειδισμός είναι σπάνιος.

Ο υποθυρεοειδισμός παρατηρείται σπάνια στις γάτες.

Κλινικά συμπτώματα

Ο υποθυρεοειδισμός είναι μία πολυσυστηματική πάθηση που εκδηλώνεται με ποικίλα κλινικά συμπτώματα. Στα συχνότερα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνονται:

  • Αύξηση του σωματικού βάρους χωρίς αύξηση της όρεξης
  • Λήθαργος και πνευματική αμβλύτητα
  • Δερματολογικές διαταραχές (π.χ. αλωπεκία, υπερκεράτωση, σμηγματόρροια, υπερμελάγχρωση, λεπτό τρίχωμα)
  • Βραδυκαρδία και άλλες καρδιαγγειακές ανωμαλίες
  • Γαστρεντερική δυσλειτουργία (π.χ. υποκινητικότητα του οισοφάγου)
  • Νευρομυϊκή αδυναμία
  • Διαταραχές στην αναπαραγωγή

Νευροπάθειες που μπορεί να σχετίζονται με υποθυρεοειδισμό

Δυσλειτουργία εγκεφαλικών νεύρων

Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να σχετίζεται με δυσλειτουργία διαφόρων εγκεφαλικών νεύρων, ιδιαίτερα του προσωπικού (CN VII), του αιθουσοκοχλιακού (CN VIII) και του τρίδυμου (CN V).

Σε ποσοστό έως και 70% των υποθυρεοειδικών σκύλων με νευρικά συμπτώματα έχει αναφερθεί παράλυση του προσωπικού νεύρου, η οποία  εκδηλώνεται με ασυμμετρία του προσώπου, πτώση το βλεφάρου, μειωμένο το βλεφαρικό αντανακλαστικό και μειωμένη δακρύρροια.

Περιφερικό αιθουσαίο σύνδρομο

Περιφερικά αιθουσαία συμπτώματα, όπως κλίση κεφαλής, αιθουσαία αταξία και οριζόντιος ή περιστροφικός νυσταγμός, έχουν αποδοθεί στον υποθυρεοειδισμό. Η ανάρρωση μετά από θεραπεία με λεβοθυροξίνη μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες.

Παράλυση λάρυγγα

Σε μία μελέτη, το 21% (30/140) των σκύλων με παράλυση λάρυγγα είχε ταυτόχρονο υποθυρεοειδισμό. Αν και δεν έχει τεκμηριωθεί οριστική αιτιολογική σχέση, ο υποθυρεοειδισμός θα πρέπει να αποκλείεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Η χειρουργική αποκατάσταση παραμένει η κύρια θεραπεία, ωστόσο η χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών πρέπει να αρχίζει εφόσον επιβεβαιωθεί ο υποθυρεοειδισμός.

Μεγαοισοφάγος

Ο υποθυρεοειδισμός αναφέρεται συχνά ως πιθανή αιτία επίκτητου μεγαοισοφάγου, ωστόσο πρόσφατα δεδομένα αμφισβητούν αυτή τη συσχέτιση.

Μυασθένεια gravis

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις συνύπαρξης υποθυρεοειδισμού και μυασθένειας gravis στους σκύλους. Στους ανθρώπους το 10–20% των ασθενών με μυασθένεια παρουσιάζουν δυσλειτουργία του θυρεοειδούς.  

Πολυνευροπάθεια

Γενικευμένη πολυνευροπάθεια που σχετίζεται με τον υποθυρεοειδισμό έχει τεκμηριωθεί, ιδιαίτερα σε μεγαλόσωμες και γιγαντόσωμες φυλές. Τα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνουν γενικευμένη αδυναμία, μειωμένα νωτιαία αντανακλαστικά, μυϊκή ατροφία και διαταραχές στις αντιδράσεις θέσης. Οι ηλεκτροδιαγνωστικές εξετάσεις μπορεί να υποστηρίζουν διάγνωση απομυελινωτικής ή αξονικής νευροπάθειας. Κλινική βελτίωση παρατηρείται συχνά εντός 1–2 μηνών από την έναρξη θεραπείας με λεβοθυροξίνη.

Από την υποθυρεοειδική νευροπάθεια προσβάλλονται, συνήθως, μεγαλόσωμες και γιγαντόσωμες φυλές σκύλων μέσης ηλικίας.

Οι προσβεβλημένοι σκύλοι εμφανίζουν αρχικά χαλαρή παραπάρεση που προοδευτικά σε διάστημα 1-2 μηνών  εξελίσσεται σε χαλαρή τετραπάρεση. Συχνά (όχι πάντα) παρατηρούνται συγχρόνως και άλλα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού (δερματολογικές αλλοιώσεις, αύξηση του ΣΒ, υπερχολιστερολαιμία).

Κατά την νευρολογική εξέταση διαπιστώνονται:

  • ελλείμματα στις αντιδράσεις θέσης
  • μειωμένα νωτιαία αντανακλαστικά
  • μειωμένος μυϊκός τόνος
  • μυϊκή ατροφία

Πιθανόν να προσβληθούν συγχρόνως και εγκεφαλικά νεύρα (προσωπικό, ακουστικό).

Υποθυρεοειδική μυοπάθεια

Η υποθυρεοειδική μυοπάθεια εκδηλώνεται με δυσκαμψία, γενικευμένη αδυναμία και μυϊκό πόνο. Αν και η συχνότητά της στους σκύλους δεν είναι καλά καθορισμένη, μυϊκή αδυναμία του σκελετικού μυϊκού συστήματος αναφέρεται έως και στο 40% των υποθυρεοειδικών ασθενών στον άνθρωπο.

Δυσλειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος που σχετίζονται με τον υποθυρεοειδισμό

Κεντρικό αιθουσαίο σύνδρομο

Αν και συχνότερα ο υποθυρεοειδισμός σχετίζεται με περιφερική αιθουσαία νόσο, υπάρχουν περιπτώσεις που έχει ενοχοποιηθεί και με κεντρικό αιθουσαίο σύνδρομο. Οι τεκμηριωμένες περιπτώσεις είναι λίγες και ορισμένες έχουν συσχετιστεί με αγγειακά επεισόδια, όπως ισχαιμικά έμφρακτα.

Επιληπτικές κρίσεις και συμπτώματα προσθίου εγκεφάλου

Ο ρόλος του υποθυρεοειδισμού ως αιτία επιληπτικών κρίσεων παραμένει ασαφής. Ορισμένοι συγγραφείς υποθέτουν ότι η συνοδός υπερλιπιδαιμία και αθηροσκλήρωση μπορεί να προδιαθέτουν σε αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί επίσης να επιδεινώσει προϋπάρχουσες επιληπτικές διαταραχές. Σε μία αναδρομική μελέτη 96 σκύλων με επιληπτικές κρίσεις μεταβολικής ή τοξικής αιτιολογίας, μόνο το 3% βρέθηκε να είναι υποθυρεοειδικοί.

Διάγνωση

Το τυπικό διαγνωστικό προφίλ περιλαμβάνει χαμηλή συγκέντρωση ολικής T₄ και ελεύθερης T₄ στον ορό, με ταυτόχρονη αύξηση της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) σε συνδυασμό με  συμβατά κλινικά συμπτώματα.

Πρόσθετα εργαστηριακά ευρήματα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Ορθοκυτταρική, ορθόχρωμη μη αναγεννητική αναιμία
  • Υπερχοληστερολαιμία
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία

Η ολική T₄ χρησιμοποιείται συχνά για τον αρχικό έλεγχο (screening). Για παράδειγμα, φυσιολογική τιμή  αποκλείει τον υποθυρεοειδισμό και χαμηλή τιμή δεν σημαίνει απαραίτητα υποθυρεοειδισμό. Ωστόσο, η χαμηλή ολική T₄ μπορεί να οφείλεται σε σύνδρομο ευθυρεοειδούς νόσου (euthyroid sick syndrome = παθολογικές θυρεοειδικές εργαστηριακές εξετάσεις λόγω άλλης νόσου, χωρίς πραγματική νόσο του θυρεοειδούς) και όχι σε πραγματική δυσλειτουργία του θυρεοειδούς.

Η ελεύθερη T₄ μετρημένη με equilibrium dialysis είναι πιο αξιόπιστη για τη διάγνωση.

Υψηλή TSH σε συνδυασμό με χαμηλή ελεύθερη T₄ υποστηρίζει τη διάγνωση.

Σημειώνεται ότι περίπου το 20% των υποθυρεοειδικών σκύλων έχουν φυσιολογικές συγκεντρώσεις TSH, γεγονός που περιορίζει τη διαγνωστική της αξία όταν χρησιμοποιείται μόνη της.

Η εργαστηριακή διάγνωση του υποθυρεοειδισμού είναι μερικές φορές δύσκολη, επειδή διάφοροι νόσοι και η χορήγηση ορισμένων φαρμάκων μπορεί να μεταβάλλουν τη συγκέντρωση των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα.  Σε περίπτωση που η τιμή της Τ4 και της TSH στο πλάσμα δεν βρίσκονται σε συμφωνία με την κλινική εικόνα πιθανόν να απαιτείται η δοκιμασία ανταπόκρισης στην TSH (TSH-response test). Το TSH-response test πιθανόν να απαιτείται, επίσης, σε περιστατικά με μη τυπικά κλινικά συμπτώματα, όταν υφίσταται ταυτόχρονα συστηματική νόσος ή όταν χορηγούνται στο σκύλο φάρμακα που μεταβάλλουν την συγκέντρωση των θυρεοειδικών ορμονών στο πλάσμα. 

Μεταξύ των φαρμάκων που μεταβάλουν τη τιμή των θυρεοειδικών ορμονών στο πλάσμα είναι η φαινοβαρβιτάλη και τα κορτικοστεροειδή. Επίσης, η χρόνια χορήγηση σουλφοναμίδων (>2-4 εβδομάδες) μπορεί να προκαλέσει εργαστηριακό υποθυρεοειδισμό.

Πίνακας: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνά στην νευρολογία και μειώνουν την τιμή της Τ4 και της fT4 στο πλάσμα.

ΦάρμακοΧρήση
PhenobarbitalΑντιεπιληπτικό
Potassium bromideΑντιεπιληπτικό
CarprofenΑντιφλεγμονώδες
GlucorticoidsΑντιφλεγμονώδες
OpioidsΑναλγητικό
SulfonamidesAντιβιοτικό
Clomipramine (anafranil)Προβλήματα συμπεριφοράς
AspirinΑντιφλεγμονώδες
hypothireoidismos

Στην φαίνεται ένα Labrador retriever με σοβαρό υποθυρεοειδισμό και μυξοιδηματικό κώμα. Ο σκύλος παρουσίαζε κατάσταση λήθαργου κατά την προσέλευση στη κλινική. Βελτιώθηκε γρήγορα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση λεβοθυροξίνης και επανήλθε στο φυσιολογικό εντός 2 εβδομάδων με αγωγή από το στόμα.

Το μυξοιδηματικό κώμα είναι μία σπάνια αλλά απειλητική για τη ζωή εκδήλωση σοβαρού υποθυρεοειδισμού. Τα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνουν αρχικά βραδυκαρδία και πνευματική αμβλύτητα και στη συνέχεια εξελίσσονται σε λήθαργο ή κώμα και χαρακτηριστικό οίδημα του προσώπου λόγω συσσώρευσης βλεννοπολυσακχαριτών και υαλουρονικού οξέος στο χόριο. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση λεβοθυροξίνης μπορεί να παρατηρηθεί ταχεία βελτίωση.

Θεραπεία

Η λεβοθυροξίνη νατρίου αποτελεί τη θεραπεία εκλογής. Η συνήθης αρχική δοσολογία είναι 10–20 μg/kg από το στόμα κάθε 12 ώρες. Τα επίπεδα T₄ στον ορό πρέπει να μετρώνται 4–6 ώρες μετά τη χορήγηση, περίπου τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας, για την αξιολόγηση της επάρκειας της δόσης.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση με την κατάλληλη θεραπεία είναι γενικά καλή. Τα κλινικά συμπτώματα συνήθως βελτιώνονται εντός μερικών εβδομάδων, αν και η πλήρης ανάρρωση, ιδιαίτερα από νευρολογικές εκδηλώσεις, μπορεί να απαιτήσει αρκετούς μήνες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ: Εάν βρείτε λάθος σε αυτό το άρθρο, παρακαλώ στείλε mail (danourdista@gmail.com) για να διορθωθεί. Ευχαριστούμε για την υποστήριξή σας !

Κύλιση στην κορυφή